ΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ ΤΣΟΥΚΝΙΔΑΣ

(Υπ. Δρ. της Βυζαντινής Αρχαιολογίας

στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων)

Άγιον Όρος, Καρυές, Πρωτάτο… Στην καρδιά της μοναστικής πρωτεύουσας, «παμπάλαια σαν την Κιβωτό του Νώε», η σεβάσμια και μεγάλη εκκλησία. Στιβαρή και απέριττη η εξωτερική της μορφή, με καθαρό αρχιτεκτονικό σχήμα –που δεν παραμορφώνεται από επιτηδευμένη τοιχοποιία- διανθίζει το αυστηρό παρουσιαστικό της με τις ήρεμες σειρές των πολλών τοξωτών παραθύρων. Είναι η μοναδική βασιλική στο Όρος κι έχει όλη την ήρεμη μεγαλοπρέπεια του πανάρχαιου αυτού ναϊκού σχήματος. Ο προσκυνητής, κουρασμένος από το πολύωρο ταξίδι και τις πρώτες γραφειοκρατικές διατυπώσεις, δε θα αργήσει να νιώσει εδώ, στο ναό του Πρωτάτου, πραγματική ψυχική ανάταση, που θα τον ανταμείψει πλουσιοπάροχα για τον κόπο του και θα του χαρίσει –ως απαραίτητα εφόδια- δροσιά και κουράγιο στην περιήγησή του.

anapeson-450x330

Ο Αναπεσών Ιησούς

Ακοίμητη κανδήλα φωτίζει το ιλαρό πρόσωπο της Θεοτόκου –προστάτιδος του αγιώνυμου τόπου- στην εικόνα του Άξιον Εστί. Το Πρωτάτο είναι αφιερωμένο στην Κοίμησή της. Μέσα στο «αφεγγές φέγγος»1 του μεγάλου ναού, άθελα το βλέμμα κατευθύνεται αμέσως στις τεράστιες επιφάνειες των τοίχων, όπου η μεγαλοφυΐα του Πανσέληνου έχει απλώσει, με καταπληκτική άνεση, ένα πλήθος αγίων μορφών και ιερών παραστάσεων. Στρατιώτες του Χριστού, βασιλείς και όσιοι, ευαγγελιστές και προφήτες· σκηνές από τη ζωή της Παναγίας και του Χριστού, τα Άγια Πάθη… Ο Αναπεσών, ο εν ετέρα μορφή, ο ένθρονος Χριστός… Ένας καταιγισμός φωτός και εσωτερικής δύναμης. Αλλά το φώς του Πανσέληνου δεν είναι φως εξωτερικό, «φυσικό»…

Το πανσελήνειο φως

Είναι φως «καθαρό και άπλετο», που «ανατέλλει μέσα (στην ψυχή του θεώμενου ανθρώπου) ολοένα και πιο πλούσιο». Είναι η έλλαμψη στη διάνοια της Θείας Χάριτος». «Για να καταυγασθεί η ψυχή από αυτή την έλλαμψη, όπως ένα νυχτερινό τοπίο από τη σελήνη», απαιτούνται βιώματα νηπτικά: «βαθειά ταπείνωση, καθαρή προσευχή, πολλά δάκρυα, πολλοί αγώνες και θεία βοήθεια»2.

img-150713132341-0001

Η συγγραφή της Αποκάλυψης

Αυτό το άρρητο φως της εσωτερικής ανάστασης3 καταφέρνει, επιτυχέστερα από κάθε άλλον, να αποτυπώσει στις μορφές του ο Πανσέληνος. Ο θεώμενος άνθρωπος βλέπει επίσης με αγαπητική διάθεση –ως έργο Θεού- όλη την Κτίση, μέσα στην οποία ζει. Να γιατί τα βουνά, τα δέντρα, και τα ζώα ακόμη, αποδίδονται στην πανσελήνεια τέχνη φωτεινά μετουσιωμένα. Αλλά αυτό το επίτευγμα προϋποθέτει, πέρα από τη δεξιότητα, ανάλογα εσωτερικά βιώματα –κι αυτός είναι ο λόγος που κάποια άποψη θέλει τον ζωγράφο μοναχό, και μάλιστα αγιορείτη4.

Όχι άδικα λοιπόν συγκέντρωσε το θαυμασμό και μυθοποιήθηκε περισσότερο από κάθε άλλο ζωγράφο της Ορθοδοξίας. Το όνομα με το οποίο μας τον διέσωσε η παράδοση, υποδηλώνει ίσως αυτή την απεριόριστη εκτίμηση και εκφράζει με τον καλύτερο τρόπο τη βαθύτατα «ποιητική» ουσία της υψηλής τέχνης του: έχει (αυτή η τέχνη) όλη την ευγένεια και το βαθύ μυστήριο μιας άπλετα σεληνοφώτιστης νύχτας, πλημμυρισμένης από άρωμα γιασεμιού… Και είναι αυτή η «ειδοποιός διαφορά», που τον κάνει να ξεχωρίζει τόσο από τους άλλους –σπουδαίους, αναμφισβήτητα- συγκαιρινούς του αγιογράφους, και ας μοιάζει τόσο η εξωτερική μορφή της τέχνης του5

Η εκφραστικότητα του χρώματος

img-150713132413-0001

Ο άγιος Παύλος ο Ξηροποταμινός

Το χρώμα είναι δημιούργημα του φωτός. Αν αυτό είναι αλήθεια, είναι επόμενο να αναζητήσουμε στον Πανσέληνο μια μυσταγωγική χρήση του χρώματος, τόσο εξαιρετική όσο κι ο σκιοφωτισμός του.

Αιώνες πριν από την «ψυχολογία του υποσυνείδητου», ο ζωγράφος του Πρωτάτου φαίνεται πως κατέχει σε βάθος το νοηματικό περιεχόμενο –τη σημειωτική– των χρωμάτων. Έτσι, δεν είναι ασφαλώς τυχαίο που ο χιτώνας του Χριστού στη σκηνή του Ιερού Νιπτήρος αποδίδεται με θερμό και βαθύ ιώδες –χρώμα που, σύμφωνα με σύγχρονα ψυχοτεχνικά τεστ, υποδηλώνει (και προκαλεί) τη διάθεση της κοινωνικής προσφοράς. (Με το ίδιο αυτό χρώμα, προφανώς για την ίδια νοηματική υποδήλωση, αποδίδει μόνιμα τη Βυζαντινή Τέχνη το μαφόριο της Θεοτόκου). Στην ίδια παράσταση, ο απόστολος Πέτρος, έκδηλα αμήχανος και ταραγμένος, καλύπτει με ιμάτιο έντονα πορτοκαλοκίτρινο –χρώμα στο οποίο αποδίδονται σήμερα οι σημασιολογικές και ψυχολογικές εκτάσεις της κυκλοθυμικότητας, της δειλίας, της ενοχής και του άγχους: στοιχεία όλα σύμφυτα, ως ένα βαθμό, με το χαρακτήρα του αποστόλου.

Αυτός ο αρχετυπικός ρόλος του χρώματος στην έκφραση «μυστικών εμπειριών αρρήτων από τη φύση τους»6, απαντά κυρίως στην απεικόνιση του Θεανθρώπου (ως αναπεσόντος, εν ετέρα μορφή, ενθρόνου, μεταμορφωθέντος, σταυρωθέντος, αναστάντος), αλλά και σε άλλες –συναισθηματικά ή σημασιολογικά φορτισμένες- παραστάσεις (Η κρίσις του Πιλάτου, Ιωάννης και Πρόχορος, ένθρονος Θεοτόκος).

Στο Πρωτάτο, καθώς το φως της ημέρας εισδύει από τα αμέτρητα παράθυρα σχετικά άφθονο, έχει κανείς την «εντύπωση ότι βρίσκεται μπροστά σε ένα ουράνιο τόξο, αντανακλώμενο της πνευματικότητας του πρώιμου ησυχασμού»7. Στην πανδαισία των «αμέτρητων χρωματικών μεταβάσεων αποτυπώνεται το ίδιο καλά, όσο και στο σχέδιο, όλη η πνευματική ευωχία και ο θείος όλβος»8.

Αλλού τα χρώματα είναι έντονα και ποικίλα, σε αρμονική αντίθεση μεταξύ τους: Η πανοπλία και η ενδυμασία του αγίου Μερκουρίου είναι μια γιορτή για το μάτι. Αλλού, λιγοστές και χοϊκές οι αποχρώσεις· ωχροκάστανο και λαδί. Ο άγιος Σπυρίδων είναι όλος μια «παραλλαγή σε λευκό». Πουθενά όμως στο Πρωτάτο το χρώμα δεν αυτονομείται, δεν «κλέβει» την αλήθεια της παράστασης (όπως λ.χ. συμβαίνει στις ραδινές και αβρές μορφές των στρατιωτικών αγίων9, ή των κοριτσιών στο Γενέσιο της Θεοτόκου10 στη σύγχρονη περίπου με το Πρωτάτο ιστόρηση του καθολικού του Χιλανδαρίου), αλλά συμβάλλει –μαζί με τα άλλα στοιχεία της ζωγραφικής- και υπηρετεί την ενότητα του μηνύματος. Να γιατί ακόμα και τα πιο γήινα πανσελήνεια χρώματα, μετουσιωμένα από το υπερφυσικό φως, αποκτούν στα μάτια μας τέτοια ασυνήθη λαμπρότητα ενώ ταυτόχρονα μας οδηγούν σε εσωτερική κάθαρση…

(συνεχίζεται)

ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[1] ΛΟΥΒΑΡΙΣ, 22

[2] ΣΥΜΕΩΝ Ο ΝΕΟΣ ΘΕΟΛΟΓΟΣ

[3] ΚΑΛΟΜΟΙΡΑΚΗΣ, Σύναξη, 19-32. ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 487-496

[4] ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, 16. ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 487

[5] ΝΙΚΟΝΑΝΟΣ, ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, Μακεδονία, 346

[6] ΖΙΑΣ, 40

[7] ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 488

[8] ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 488

[9] Βλ. BOGDANOVIC, DJURIC, MEDACOVIC, Chilandar, Belgrade 1978, 85.

[10] Ό.π., 75

Advertisements

One thought on “ΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

  1. Παράθεμα: ΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ | Κωνσταντινος Ξενοπουλος

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s