Φώτης Κόντογλου: Η ζωή και το έργο του

kontoglou

 

 

 

 

 

 

 

Ο Φώτης Κόντογλου δια χειρός Κωνσταντίνου Ξενόπουλου

Γεννημένος στο Αϊβαλί της Μικράς Ασίας στις 8 Νοεμβρίου του 1896, λέει ο ίδιος για τον τόπο του: «Γεννήθηκα σ’ ένα ρημονήσι, που χοχλακούσε η θάλασσα γύρω του. Την κούνια μου τη ράντιζε τ’ αρμυρό νερό της. Εμένα το γραφτό μου ήτανε να γεννηθώ στην Ανατολή, αλλά η ρόδα της Τύχης, που γυρίζει ολοένα, ξερίζωσε από τα θεμέλια τον τόπο μου και μ’ έριξε στην ξενιτειά, σ’ ανθρώπους που μιλούσανε την ίδια γλώσσα με μένα, πλην όμως που είχανε άλλα συνήθια».

Τη χρονιά της γέννησής του πεθαίνει ο πατέρας του και την ανατροφή του αναλαμβάνει ο αδελφός της μητέρας του Στέφανος Κόντογλου, ηγούμενος της Αγίας Παρασκευής Κυδωνιών, Μονής που με τη γύρω απ’ αυτή περιοχή ανήκει στην οικογένεια Κόντογλου. Ο Τάσος Μουμτζής, παιδικός του φίλος γράφει: «Στο Άγιο Όρος λεν πως δεν γεννήθηκε κανένας καλόγηρος. Κι όμως στο Μοναστήρι της Αγίας Παρασκευής του Αϊβαλιού, γεννήθηκε ένας, μάλλον ασκητής, ο Φώτης Κόντογλους. Το Μοναστήρι αυτό ήταν σαν ένα κομμάτι από τ’ Άγιον Όρος, ψηλοκρεμαστό ανάμεσα στα βράχια και πίσω από τη θάλασσα. Εκεί πρόβαλλε η μικρή εκκλησούλα της Αγίας Παρασκευής. Ήταν πάντα μισοσκότεινη και δροσερή. Μοσχοβολούσε αγιωσύνη και αντηχούσε προσευχή». Σ’ αυτό το περιβάλλον έζησε και μεγάλωσε ο Φώτης Κόντογλου.

Μετά τις σπουδές του στο Γυμνάσιο του Αϊβαλιού έρχεται στην Αθήνα, για να σπουδάσει στη σχολή Καλών Τεχνών. Μπαίνει αμέσως στο τρίτο έτος. Το 1914 φεύγει από την Αθήνα για Ισπανία και Γαλλία.

Το 1919 επιστρέφει στο Αϊβαλί. Ιδρύεται με δική του ευθύνη ο πνευματικός σύλλογος «Νέοι άνθρωποι». Διορίζεται καθηγητής της Γαλλικής και της Ιστορίας της Τέχνης στο Παρθεναγωγείο του Αϊβαλιού. Τυπώνει το βιβλίο του «Redro Gazas». Το 1921 επιστρατεύεται και παίρνει μέρος στην Μικρασιατική εκστρατεία. Το 1922 έρχεται στη Μυτιλήνη, όπου κάνει την πρώτη του έκθεση και από κει πάει στην Αθήνα.
Το 1923 αποτελεί σταθμό στην πορεία του. Επισκέπτεται το Άγιον Όρος. Είναι η πρώτη φορά που έρχεται σε άμεση επαφή με τη βυζαντινή και μεταβυζαντινή τέχνη. «Δεν περίμενα να έβρω μια τέχνη τόσο τέλεια μέσα στις εκκλησιές των Μοναστηριών» θα γράψει ο ίδιος. Αντιγράφει και μελετάει τα μυστικά της βυζαντινής αγιογραφίας.

received_1503836513268930

 

 

 

 

 

 

 

Γράφει πολλά κείμενα, σχεδιάζει τοπία, μοναστήρια, ανθρώπους. Στο μοναστήρι του Καρακάλλου γράφει: «Κάθουμαι στο παραθύρι του κελλιού μου. Καιρό είχα να ειρηνέψω. Το μάτι μου κατηφορίζει κατά τη θάλασσα. Ανάμεσα σε δύο βαθύσκιωτες και καταπράσινες ράχες βλέπω τα κύματα που σκάνε, με κάτασπρους αφρούς και με βαρύ βουητό, στην άκρη της χαράδρας». Στη Μονή Μεγίστης Λαύρας: «Περνώ ευτυχισμένες μέρες. Γαλήνη. Ειρήνη. Καταμόναχος. Τα παραθύρια μέρα-νύχτα ανοιχτά. Δροσιά και φως. Πότε ζωγραφίζω, πότε γράφω, πότε συλλογιέμαι. Είμαι στην ησυχία μου. Δόξα σοι ο Θεός!». Και στη Ρουμάνικη Σκήτη του Προδρόμου: «Αγριάδα κ’ ερημιά. Μαύρα σιδερόβραχα πάνω σε γυμνά ριζοβούνια. Εδώ είναι πια η άκρη του Άθωνα».

Εντυπωσιασμένος από το Πρωτάτο, στις Καρυές του Αγίου Όρους, γράφει: «Η εκκλησία του Πρωτάτου είναι παμπάλαια και γέρνει σαν παλιοκάραβο, σαν την κιβωτό του Νώε, που κάθισε απάνου στο βουνό Αραράτ. Σαν μπεις μέσα σε πιάνει θρησκευτικός και κατανυκτικός φόβος. Η σκεπή είναι ξυλένια και δείχνει την εκκλησία πιο παμπάλαια και σεβάσμια. Είναι σκοτεινή, γεμάτη μυστήριο. Οι καπνισμένοι τοίχοι θαρρείς πως είναι βράχοι σκουριασμένοι μέσα σε καμιά σπηλιά… Από πάνω ως κάτω είναι σκεπασμένοι από ζωγραφική. Στην πρώτη ζώνη, που ʾναι κοντά στη σκεπή, ξεχωρίζουνε αραδιασμένοι ένα πλήθος γέροντες, οι πρόγονοι του Χριστού από τον Αδάμ. Αυτοί οι γέροντες και οι πατριάρχες σαν να στέκουνται εκεί πέρα από τον καιρό που ζούσανε οι ρίζες της ανθρωπότητας. Τα στοχαστικά πρόσωπά τους είναι πολύ σεβάσμια, γιατί απάνω τους είναι τυπωμένα τα δυο πιο σεβάσμια πράγματα, η αγιωσύνη και το γήρας… Το κεφάλι του Συμεών στην Υπαπαντή είναι φοβερό από το πολυγηρατείο… Τέτοιους γέροντες δεν θα δεις πουθενά… Όλα τα έργα του Πανσελήνου είναι βαθειά, μα οι γέροντές του είναι οι πιο θαυμαστοί… Οι Ευαγγελιστάδες, που κάθουνται και γράφουνε, τόσο σέβας σου δίνουνε, που περπατάς στα νύχια των ποδιών σου για να μην τους ταράξεις…».

Η αγάπη του για τη βυζαντινή ζωγραφική τον ωθεί στη μελέτη των παλαιών τεχνικών αλλά και στην προσπάθεια να διασώσει και να συντηρήσει «αυτά τα σεβάσμια εικονίσματα και τις μαυρισμένες τοιχογραφίες».

Το 1930 εργάζεται ως συντηρητής στο Βυζαντινό Μουσείο. Το καλοκαίρι του 1932 καθαρίζει τις τοιχογραφίες της Μονής Καισαριανής και το 1933 εργάζεται στο Κοπτικό Μουσείο του Καΐρου. Το 1934-35 πηγαίνει στην Κέρκυρα, για να συντηρήσει τις εικόνες του Μουσείου.

received_1503836569935591

 

 

 

 

 

 

 

Το 1936 καθαρίζει τις τοιχογραφίες της Περιβλέπτου στον Μυστρά. Ο Κόντογλου δούλεψε μέχρι το 1940 στον Μυστρά. Τον αγάπησε και έγραψε για τους Παλαιολόγους και την τέχνη της εποχής τους. Σχετικά αναφέρει «Σαν αγναντεύει κανένας απ’ τον κάμπο το μεγάλο βουνό που το λένε σ’ αρχαία Ταΰγετο, βλέπει αραδιασμένα στα ποδάρια του κατά το μέρος της ανατολής, κάμποσα ριζοβούνια κι απάνου σε τούτα, σα να ʾναι δυναμάρια της μεγάλης ραχοκοκκαλιάς, ακουμπάνε οι χιονισμένες κορφές της που προβάλλουνε παραπίσω η μια πάνου στην άλλη. Σ’ ένα από τούτα τα χαμοβούνια είναι χτισμένος ο Μυστράς βλέποντας κατά τον ήλιο. Απάν’ απάνου το βουνί είναι μυτερό, μα κι ολάκερο είναι παρά φύση απόγκρεμνο και στέκεται με πολλή περηφάνεια…

Ούλες οι εκκλησές του Μυστρά είναι ιστορημένες μα οι πιο όμορφες είναι οι ζουγραφιές της Περίβλεπτος…».

Από το 1937 έως το 1939 πραγματοποιεί το σπουδαιότερο έργο της κοσμικής ζωγραφικής. Ζωγραφίζει το Δημαρχείο Αθηνών, ιστορώντας την πορεία των Ελλήνων από τη μυθολογία έως την επανάσταση του 1821.

Ταλαιπωρείται πολύ στην Κατοχή. Πουλάει το σπίτι του το οποίο είχε ζωγραφίσει με εξαίσιες τοιχογραφίες. Η Έλλη Παπαδημητρίου, φίλη του, αναφέρει: «Στο διάστημα της Κατοχής ο Κόντογλου δε δούλεψε καθόλου, πείνασε, γυμνώθηκε, πούλησε τι σπίτι του για λίγα τρόφιμα, άλλη πάλι προσφυγιά από γειτονιά σε γειτονιά. Ωστόσο σε κάθε προσωρινό καταφύγιό του κοιμηθήκανε φίλοι παλιοί και νέοι, ο Εβραίος Καΐμης, καταζητούμενοι αντιστασιακοί, μοιραστήκανε τις λαχανίδες και τις κουβέρτες του».

received_1503836659935582

 

 

 

 

 

 

 

Το 1940 αρχίζει την τοιχογράφιση της Ζωοδόχου Πηγής στην Παιανία και το 1943 την αγιογράφηση του ναού της Καπνικαρέας με την ξεχασμένη τεχνική της νωπογραφίας (φρέσκο). Το 1948 ζωγραφίζει στο παρεκκλήσιο του Νοσοκομείου του Ερυθρού Σταυρού και το 1950 δουλεύει στον Άγιο Ανδρέα της Αγίας Φιλοθέης. Την ίδια χρονιά αρχίζει την εβδομαδιαία συνεργασία του με την εφημερίδα «Ελευθερία». Στις στήλες της θα φανούν ξεκάθαρα οι μαχητικές τους θέσεις για την Ορθοδοξία και τον Ελληνισμό.
Το 1952 αναλαμβάνει με τον Βασίλη Μουστάκη την επιστασία της «Κιβωτού», μηνιαίου περιοδικού ορθοδόξου περιεχομένου, με σκοπό την ενίσχυση του ορθοδόξου φρονήματος του λαού και την επιστροφή του στην παράδοση.

Κύριο μέλημά του ήταν η επαναφορά της βυζαντινής τέχνης στις εκκλησίες μας. Σε μια εποχή που οι ναοί αλλά και τα μοναστήρια είχαν γεμίσει από εικόνες της αναγέννησης και η ορθόδοξη εικονογραφία θεωρούνταν υποδεέστερη, πολλά δε από τα αριστουργήματα της αγιογραφίας μας είχαν επιζωγραφισθεί για να είναι σύμφωνα με το «νέο πνεύμα» που επικρατούσε.

Ο ίδιος δεν πήγαινε ποτέ σε τέτοιους ναούς. Η Μητρόπολη της Αθήνας με τις αντιπαραδοσιακές εικονογραφίες της ήταν ο μεγάλος καημός του. Η ψυχή του αναπαύονταν μόνο στα ταπεινά ξωκκλήσια της Αττικής.

Με το αγιογραφικό του έργο αλλά και το λόγο του δημιούργησε τις κατάλληλες συνθήκες για την επάνοδο της παραδοσιακής τεχνοτροπίας στις εκκλησίες μας. Ήταν κάτι για το οποίο πολεμήθηκε από πολλούς.

Για το θέμα αυτό αντιπαραθέτοντας την ορθόδοξη εικονογράφηση στη δυτική λέει: «Η δυτική εικονογραφία είναι μια χονδροειδής σκηνοθεσία, κ’ οι «υποθέσεις» του Ευαγγελίου, τα μαρτύρια των αγίων και οι βίοι τους έχουν γίνει κάποιες παραστάσεις, που τις παίζουν ηθοποιοί ζωγραφισμένοι, που φαίνουνται πως προσποιούνται τον Χριστό και τους αγίους. Για μένα είναι η διακωμώδηση του Ευαγγελίου, που το παίρνανε κείνοι οι ελαφρόκαρδοι τεχνίτες σαν αφορμή για να εκφράσουνε τις ματαιοδοξίες τους. Για να κολακέψουμε τ’ αφεντικά τους, βάζουνε τις προσωπογραφίες τους, δίχως να τις αλλάξουνε καθόλου, μέσα στις εικόνες που ζωγραφίζουνε, τις γυναίκες τους, τους υπηρέτες τους, τα παλάτια τους…

Μ’ αυτή την ανόητη ματαιοδοξία θελήσανε οι δυτικοί ζωγράφοι να εκφράσουνε το Ευαγγέλιο, που είναι τόσο απλό, τόσο ταπεινό, τόσο αντιθεατρικό. Μπορεί να ʾχει την παραμικρή ανταπόκριση μ’ αυτές τις ζωγραφισμένες όπερες; Ρωτώ.

(συνεχίζεται)

ΤΣΕΣΜΕΤΖΗ ΜΙΛΤΙΑΔΗ
ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΟΥ

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

1. Φώτης Κόντογλου – Νίκου Ζία. Έκδοση Εμπορικής Τράπεζας 1991.
2. Κιβωτός – Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1991.
3. Μνήμη Κόντογλου – Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1975.
4. Βασάντα – Φωτίου Κόντογλου. Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1986.
5. Φώτης Κόντογλου, αναδρομική έκθεση 1986. – Έκδοσις Μακεδονικό Κέντρο Σύγχρονης Τέχνης.
6. Ταξείδια – Φωτίου Κόντογλου. Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1981.
7. Φώτης Κόντογλου εν εικόνι διαπορευόμενος. Έκδοσις «ΑΚΡΙΤΑΣ» 1995.
8. Έκφρασις – Φωτίου Κόντογλου. Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1960.
9. Μυστικά Άνθη – Φωτίου Κόντογλου. Εκδοτικός οίκος «ΑΣΤΗΡ» 1992.
10. Κόπος και Σπουδή – Κώστα Ξενόπουλου. Έκδοσις Καραπιπερείου Σχολής Βυζαντινής Αγιογραφίας 1996.
11. Θάλασσες, καΐκια και καραβοκύρηδες – Φωτίου Κόντογλου. Επιμέλεια Ι. Μ. Χατζηφώτης. Έκδοσις Βιβλιοπωλείον της «ΕΣΤΙΑΣ» 1990.
12. Η πονεμένη Ρωμιοσύνη – Φωτίου Κόντογλου. Εκδόσεις «ΑΣΤΗΡ» 1984.

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s