Είναι πλέον αργά;

paidi kai aggeloi

(συνέχεια από το προηγούμενο)

Όταν ένα καλοκαιρινό απόγευμα Σαββάτου έβγαλα τον δεκατεσσάρων μηνών εγγονό μου βόλτα, φτάσαμε στην περίβολο της εκκλησίας και ένιωσα την ανάγκη για πρώτη φορά μετά από πάρα πολλά χρόνια να ανάψω ένα κεράκι …

Ξαφνικά μπροστά μου εμφανίστηκε, εκείνη η παλαιά μου γνώριμη και το πιο σπουδαίο; Διατηρούσε εκείνη τη δροσερή ομορφιά που είχε όταν τη πρωτογνώρισα και αυτό που μου φάνηκε τόσο παράξενο …  ήταν νέα όπως τότε!

-Εσύ; Της λέω!

-Ναι, μου απαντά με το ίδιο χαμόγελο και ιλαρότητα, σαν να μη πέρασε ημέρα από τότε.

-Μα πως είναι δυνατόν να παραμείνεις ίδια, ενώ εγώ άλλαξα τόσο πολύ και αισθάνομαι βαρύς, που πέρα από τα χρόνια που έχω φορτωθεί, νιώθω να έχω και αλλά πολλά ασήκωτα φορτία. Πες μου, λοιπόν, πώς τα κατάφερες να παραμείνεις έτσι όπως τότε;

-Αν με είχες ακούσει εκείνα τα χρόνια που πρωτογνωριστήκαμε, σήμερα θα είχες μια διαφορετική νιότη και θα έβλεπες με διαφορετικά μάτια.

-Κρίμα, τώρα πλέον είναι αργά … στερνή μου γνώση να σε είχα πρώτη!

-Ποτέ δεν είναι αργά, ο Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος λέει στον Κατηχητικό του λόγο «…Εί τις εις μόνην έφθασεν την ενδεκάτην, μη φοβηθή την βραδύτητα. Φιλότιμος γάρ ών ο Δεσπότης,δέχεται τον έσχατον καθάπερ και τον πρώτον. αναπαύει τον της ενδεκάτης, ως τον εργασάμενον από της πρώτης…»

-Γι’ αυτό, λοιπόν, έλα μέσα να μιλήσουμε, σίγουρα θα έχουμε να πούμε πολλά για σένα.

-Να αφήσω τον εγγονό μου σπίτι και επιστρέφω αμέσως.

-Πάλι πρόφαση; Δεν κατάλαβες τόσα χρόνια ότι οι προφάσεις είναι εμπόδιο να προχωρήσουμε μπροστά; Δεν θα επιστρέψεις, δεν σε πιέζω, αλλά αν θέλεις έλα τώρα και ο εγγονός σου δεν είναι εμπόδιο.

Μάλλον είχε καταλάβει τις σκέψεις μου, γιατί μια ακόμη φορά ήθελα να φύγω … μακριά.

Δεν κατάλαβα πως βρέθηκα μέσα, καθίσαμε αντικριστά. Δεν ήξερα τι να πω και βρισκόμουν σε αμηχανία.

Έβλεπε την αμηχανία μου αυτή και με βοήθησε με έναν μοναδικό τρόπο να βγω από τη δύσκολη αυτή στιγμή.

Μιλούσαμε, ίσως ώρες, δεν ξέρω πόσος χρόνος πέρασε. Για πρώτη φορά ένιωσα την ανάγκη να μιλήσω σ’ άλλον για όλη μου τη ζωή και χωρίς να καταλάβω έτρεχαν δάκρυα ασταμάτητα και έπεσα στα γόνατα και το κεφάλι μου ήταν κάτω στο δάπεδο μέσα στις παλάμες των χεριών μου.

Κάποια στιγμή, δεν ξέρω μετά πόση ώρα όπως είπα και πριν, άρχισα σιγά σιγά να σηκώνομαι και άκουγα κάτι παράξενους θορύβους, όσο σηκωνόμουν τόσο και οι θόρυβοι μεγάλωναν. Κοίταξα παράξενα γύρω μου και έβλεπα κάτι σαν βαριά μεταλλικά σκουριασμένα λέπια να ξεκολλούν από πάνω μου και πέφτοντας κάτω έκαναν τρομακτικό θόρυβο.

Ακούγοντας τους θορύβους αυτούς, συνειδητοποίησα ότι είχα μαζί μου τον εγγονό και δεν τον έβλεπα γύρω μου. Ρώτησα ξαφνιασμένος, που μπορεί να βρίσκεται.

Με καθησύχασε και με έπιασε το χέρι τραβώντας με προς την πόρτα και μου λέει «Εδώ είναι ο εγγονός σου!».

Κοίταζα προς τον άμβωνα του ναού και είδα Αγγέλους να παίζουν με τον μικρό εγγονό μου. Έκαναν ένα παράξενο φτερούγισμα γύρω του και γελούσε. Τον ανέβαζαν ένας ένας στον άμβωνα και τον κατέβαζαν.

Γύρισα το βλέμμα μου μετά προς το κέντρο του ναού και είδα άλλους Αγγέλους να έχουν ένα άλλο μικρό παιδάκι και να τον οδηγούν με χαρές προς την ωραία πύλη, η οποία ήταν τόσο φωτεινή που δεν μπορούσα να δω και να αντικρίσω τι ήταν εκεί.

Ρώτησα ποιο ήταν το παιδάκι αυτό που περιτριγυρίζεται από Αγγέλους.

(συνεχίζεται)

Advertisements

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s