Η γέννηση του Χριστού – έργα Κων/νου Ξενόπουλου

Στη πολυετή πορεία του στην τέχνη, ο Άρχων αγιογράφος του Πατριαρχείου Αλεξανδρείας και προσφάτως βραβευμένος από την UNESCO , κ. Κωνσταντίνος Ξενόπουλος, έχει κληθεί να αγιογραφήσει πολλούς ναούς τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό. Πιστός στα δόγματα και τις παραδόσεις της Εκκλησίας έχει αποδώσει , τόσο σε φορητές εικόνες, όσο και σε τοιχογραφίες , ουκ ολίγες φορές την παράσταση της Γεννήσεως του Χριστού.

Ξενόπουλος γέννηση Μακεδονική σχολή

Στην παραπάνω φωτογραφία εικονίζεται τοιχογραφία της Γεννήσεως του Κυρίου, έργο του Κωνσταντίνου Ξενόπουλου , που κοσμεί την κόγχη της προσκομιδής στην Ι.Μ. Κανάλων στον Όλυμπο. Εδώ ο καλλιτέχνης με πρότυπο το έργο του Μανουήλ Πανσέληνου , το οποίο έχει μελετήσει διεξοδικά από κοντά, όσο ήταν μαθητής ακόμα στην Αθωνιάδα , αποδίδει την παράσταση , όπως είναι στο Ιερό ναό του Πρωτάτου στις Καρυές του Αγίου Όρους, προσθέτοντας για λόγους χωροταξικούς δύο ομάδες αγγέλων προς τα επάνω.

Χαρακτηριστικά της τέχνης του Πανσέληνου ο ρεαλισμός και η κίνηση , τα οποία και ο κύριος Ξενόπουλος αποδίδει με μεγάλη επιτυχία , με την χρήση πλούσιας χρωματολογίας, στο παραπάνω έργο. Ειδικότερα, όπως συνηθίζεται στην Μακεδονική Σχολή παρατηρούνται πλατειά φωτίσματα, τόσο στα πρόσωπα που απεικονίζονται, όσο και στα ενδύματα. Η απόδοση της σκηνής χαρακτηρίζεται από ρεαλισμό , όχι μόνο όσων αφορά τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των μορφών, αλλά και την απόδοση του εσωτερικού τους κόσμου. Επίσης, στο έργο υπάρχει μία διάχυτη ένταση και οι μορφές με τον τρόπο που αποδίδονται μαρτυρούν κίνηση.

Κρητική Σχολή Γέννηση έργο Κωνσταντίνου Ξενόπουλου

Εδώ παρατηρείται τοιχογραφία της Γεννήσεως , έργο του Κωνσταντίνου Ξενόπουλου και πάλι , διαφορετικής σχολής αυτή τη φορά καθώς είναι στα πρότυπα του Θεοφάνη του Κρητός , κύριου εκπροσώπου της Κρητικής σχολής. Η συγκεκριμένη τοιχογραφία κοσμεί το καθολικό της Ι.Μ. Αγίου Ιλαρίωνος στους Προμάχους Αριδαίας και βρίσκεται στην πρώτη ζώνη του Χριστολογικού κύκλου. Εδώ σε αντίθεση με τη Μακεδονική τεχνοτροπία που είδαμε παραπάνω δεν απλώνονται τόσο τα φωτίσματα και τα σαρκώματα. Ο προπλασμός που χρησιμοποιείται είναι πιο σκούρος και τα γραψίματα πιο στενά. Ευδιάκριτα σύνορα μεταξύ φωτός και σκίασης, με τα φωτίσματα να δημιουργούν ξεκάθαρες νησίδες  Η απόδοση εδώ αποκτά πιο ασκητικό χαρακτήρα. Αυτό τον χαρακτήρα εμπνέουν και οι μορφές που με τον τρόπο που αποδίδονται από το πινέλο του καλλιτέχνη εκφράζουν μία ασκητική ευγένεια, χαρακτηριστικό των προσώπων της Κρητικής Σχολής.

   Η ορθόδοξη αναπαράσταση της Γεννήσεως του Κυρίου στηρίζεται στη μαρτυρία της Αγίας Γραφής και της παράδοσης της Εκκλησίας, όπως τη συνοψίζει το κοντάκιο της εορτής «Ἡ Παρθένος σήμερον τόν ὑπερούσιον τίκτει, καί ἠ γῆ τό σπήλαιον τῶ ἀπροσίτῳ προσάγει. Ἄγγελοι, μετά ποιμένων δοξολογοῦσι. Μάγοι δέ μετά ἀστέρος ὁδοιποροῦσι˙ δι’ ἡμᾶς γάρ ἐγεννήθει Παιδίον νέον, ὁ πρό αἰώνων Θεός

Ο ορθόδοξος αγιογράφος, εντάσσει τα πρόσωπα και τα πράγματα στην παράσταση για να εξυπηρετήσει δύο σκοπούς : να δείξει τη θεανθρώπινη φύση του Κυρίου που αληθινά σαρκώθηκε από τη Παρθένο Μαρία και να υποδηλωθεί ο πανηγυρισμός του ουρανού και της γης και γενικότερα όλης της κτίσης προς τον Δημιουργό της.

(συνεχίζεται)

Τα Εισόδια της Θεοτόκου

DSCF0609.JPG

Λεπτομέρεια από την παράσταση στο Πρωτάτο του Αγίου Όρους που έχει φιλοτεχνηθεί από τον Πανσέληνο

Μία από τις κυριότερες και μεγαλύτερες Θεομητορικές εορτές στην Ελλάδα, είναι τα «Εισόδια» της Θεοτόκου. Η Εκκλησία μας τιμά το γεγονός στις 21 Νοεμβρίου, με ιδιαίτερη λαμπρότητα. Η σημασία της εορτής αυτής της Ορθοδοξίας, είναι μεγάλη και ιερή. Αποτελεί τη βάση και την αρχή για όλη την μετέπειτα ζωή της Παναγίας μας.

Με τη γιορτή αυτή τιμάται η είσοδος της μικρής Μαριάμ (Μαρίας) μαζί με τους γονείς της Ιωακείμ και Άννα στο Ναό του Σολομώντος στην Ιερουσαλήμ, προκειμένου η μέλλουσα Θεοτόκος να αφιερωθεί στον Θεό.

Η αναφορά για το περιστατικό των Εισοδίων της Θεοτόκου δεν γίνεται σε κάποιο από τα βιβλία της Καινής Διαθήκης, όπως θα περίμενε κανείς, αλλά σε δύο απόκρυφα Ευαγγέλια: το Πρωτευαγγέλιο του Ιακώβου και το Ευαγγέλιο του Ψευδο-Ματθαίου. Σύμφωνα με αυτά, οι ευσεβείς γονείς της Θεοτόκου, Ιωακείμ και Άννα, έπειτα από εικοσαετή έγγαμο βίο, ήταν ακόμα άτεκνοι, και παρακαλούσαν θερμά τον Θεό να τους χαρίσει ένα παιδί. Ο Θεός τους ανήγγειλε με Άγγελο ότι η επιθυμία τους θα εκπληρωθεί και η Άννα γεμάτη χαρά, υποσχέθηκε να αφιερώσει το παιδί στον Θεό. Πράγματι, η Άννα έμεινε έγκυος και μετά από εννέα μήνες απέκτησε κόρη, τη Μαριάμ (Μαρία).

Όταν η Μαριάμ έγινε τριών ετών, οδηγήθηκε από τους γηραιούς γονείς της στον Ναό του Σολομώντος, προκειμένου να εκπληρωθεί το τάμα τους προς τον Θεό. Η Μαρία ανήλθε μόνη της τα 15 σκαλοπάτια που οδηγούσαν στον Ναό και παραδόθηκε από τους γονείς της στα χέρια του ιερέα Ζαχαρία. Αυτός την αγκάλιασε, την ευλόγησε και είπε: «Εμεγάλυνε ο Κύριος το όνομά σου σε όλες τις γενεές. Με σένα θα ευλογηθούν τα έθνη και ο Κύριος θα λυτρώση τους υιούς του Ισραήλ». Στη συνέχεια ανέβασε την τριετή Μαρία στο εσωτερικό του θυσιαστηρίου, όπου ο Θεός της πρόσφερε τη Χάρη του. Το νεαρό κορίτσι υπηρέτησε τον Ναό μέχρι τα 14 χρόνια του, οπότε αρραβωνιάστηκε τον Ιωσήφ και στη συνέχεια έγινε η μητέρα του Ιησού Χριστού.

Τα Εισόδια της Θεοτόκου καθιερώθηκαν ως εκκλησιαστική εορτή κατά τον 7ο αιώνα, πρώτα στην Ανατολή και πολύ αργότερα στη Δύση. Αναφορές υπάρχουν στα γραπτά του Αγίου Μάξιμου του Ομολογητή και των πατριαρχών Κωνσταντινουπόλεως Ταράσιου και Γερμανού. Με τα Εισόδια της Θεοτόκου συνδέεται και η βασιλική της Αγίας Μαρίας της Νέας, που χτίστηκε δίπλα στα ερείπια του Ναού του Σολομώντος και εγκαινιάστηκε στις 21 Νοεμβρίου 543 από τον βυζαντινό αυτοκράτορα Ιουστινιανό. Εξ αυτού του γεγονότος φαίνεται να επελέγη από την εκκλησία ο εορτασμός των Εισοδίων της Θεοτόκου στις 21 Νοεμβρίου. Επί αυτοκράτορος Μανουήλ Α’ Κομνηνού (1143-1180), καθιερώθηκε ως ημέρα αργίας για το Βυζάντιο.

Ερμηνεία της αγιογραφίας των Εισοδίων της Θεοτόκου

E1_S3S5_.JPG

Παράσταση από το μοναστήρι Gracanica στο Κόσοβο

Σπουδαία είναι η σημασία και μεγάλο το ενδιαφέρον της εικόνας των Εισοδίων, στη Βυζαντινή τέχνη και παράδοση. Το κύριο πρόσωπο της εικόνας είναι η τριετής Παναγία. Εικονίζεται τη στιγμή που την υποδέχεται στον ναό ο ιερέας Ζαχαρίας, ο μετέπειτα πατέρας του Προδρόμου, καθώς την παραδίδουν ευλαβικά οι θεοσεβείς γονείς της. Πίσω τους ακολουθούν οι παρθένες, «οι αμίαντες θυγατέρες των Εβραίων», που κρατούν αναμμένες λαμπάδες.

Η Παναγία ζωγραφίζεται φυσιοκρατικά. Δεν εμφανίζει δηλαδή τίποτε το παιδικό, εκτός από το μικρό μέγεθος του σώματός της. Αυτό γίνεται σκόπιμα. Ο ορθόδοξος αγιογράφος θέλει να μάς απομακρύνει από το γράμμα της διήγησης («τριετής η παις»), για να συλλάβουμε το πνεύμα της, την εκκλησιολογική της διάσταση.

Το ίδιο ευλαβικά και με ιερή συγκίνηση εικονίζονται και οι γέροντες γονείς της, Ιωακείμ και Άννα. Την παραδίδουν στα χέρια του Ζαχαρία με μια κίνηση πολύ εκφραστική, που δηλώνει την προθυμία τους να εκπληρώσουν την υπόσχεση τους  στο Θεό και να του αφιερώσουν το μονάκριβο παιδί τους, που το απέκτησαν μετά από, πολλών χρόνων, προσευχή και νηστεία και σε γήρας προχωρημένο. Όμως η αγάπη στον Θεό επισκιάζει τα σπλάχνα της στοργής της ανθρώπινης φύσης. Έχουν στραμμένα τα βλέμματά τους στην παιδίσκη τους Μαρία, προσέχοντας την με πολύ συγκίνηση.

Πίσω τους βλέπουμε πολλές νεάνιδες, να κρατούν λαμπάδες αναμμένες και να προτρέπουν την Παναγία οδηγώντας την στο Ιερό, όπου έμεινε σαν περιστερά ηγιασμένη και έγινε η λαμπάδα του Θεού, η κατοικία Του, ο ναός Του, Το θυσιαστήριο και η λατρεία η ζώσα και καθαρά.

Πηγές:

http://www.saint.gr/258/texts.aspx

http://www.sansimera.gr/articles/576#ixzz3rGxICjzw

https://www.pemptousia.gr/2011/11/i-ikona-ton-isodion-tis-theotokou/

http://www.ecclesia.gr/greek/holySynod/commitees/art/art_eisodia_theotokou.htm

Η γλώσσα των αγίων εικόνων

h-glwssa-twn-agiwn-eikonwn-1

 

 

 

 

 

« …σημεία δε τοις πιστεύσασι ταύτα παρακολουθήσει.. εν τω ονόματι μου (….) γλώσσαις λαλήλουσι καιναίς… » (Μαρκ. 16. 16-17).

Ανάμεσα στα σημεία, γράφει ο Ιάκωβος Μάϊνας, τα οποία θα παρακολουθήσουν τους πιστούς και θα τους φανερώσουν «τα μεγαλεία του Θεού» είναι και οι καινές γλώσσες, που όπως σημειώνει ο απόστολος Παύλος, «έτεραις γλώσσαις καθώς το Πνεύμα εδίδου αυτοίς αποφθέγγεσθαι» (Πράξ., 2.4). Μία καινή γλώσσα της Ορθόδοξης Εκκλησίας μας, ανάμεσα σε πολλές που μπορεί να αναφέρει κανείς, είναι και αυτή των αγιογραφιών. Ίσως για να είμαστε πιο ακριβείς στη χρήση του λόγου, η εικόνα δεν είναι απλώς μια γλώσσα, ένα μέσον έκφρασης και επικοινωνίας αλλά η αλήθεια της πίστης μας και μέσον σπουδής της Ορθόδοξης παράδοσης.

Εάν πράγματι ο Χριστός είναι η εικόνα του Θεού (ΙΙ, Κορ., 2.4) και ο άνθρωπος πλάσθηκε «κατ’ εικόνα» Του, μόνον εάν ο άνθρωπος καταφέρει να γίνει «εικόνα του Χριστού» μπορεί να επανεύρει τη «φύση» του και το «αρχαίον κάλλος αναμορφώσασθαι» (Εις Κεκοιμημένους, Μικρόν Ευχολόγιον). Στην περίπτωση αυτή πρέπει να δούμε την αγιογραφία ως κάτι παραπάνω από μία απλή «γλώσσα». Είναι «κανόνας πίστεως» που μπορεί να ξεπεράσει τα εμπόδια και τα είδωλα της σκέψης, τη φιλοσοφία των ανθρώπων για το θάνατο του Θεού μέσα από την πραότητα, το ιλαρόν φως και τη ζωντάνια της παρουσίας του Θεού.

Η αγιογραφία δεν είναι τίποτε άλλο παρά μία πρακτική μέθοδος προς την προσέγγιση της πίστης «και βίβλος αγραμμάτων». Δεν αποτελεί έργο ζωγραφικής, έργο καλών τεχνών – στην εικόνα δεν χρησιμοποιούμε ποτέ μοντέλο – αλλά μας επιτρέπει να δούμε με τα σαρκικά μάτια το κάλλος της ζωής! Οι εικόνες απαντούν στο ερώτημα «το άρρητον φως των αρετών σου Χριστέ, τις διηγείσεται;». Αυτή η ιστορικοποίηση της εικόνας μας επιτρέπει να δούμε την άλλη πραγματικότητα και όπως γράφει ο Ιωάννης Δαμασκηνός «η γαρ της εικόνος τιμή επί το πρωτότυπον διαβαίνει και ο προσκυνών την εικόνα, προσκυνεί εν αυτή του εγγραφόμενου την υπόστασιν». Και αλλού «ου προσκυνώ την υλήν, προσκυνώ δε τον της ύλης δημιουργόν».

Ο άξονας της ανθρώπινης προσπάθειας δεν μπορεί να είναι η ερμηνεία των μυστηρίων αλλά το πέρασμα στην καινή ζωή. Όχι τρόπος να μετατρέψει ο άνθρωπος το αόρατο αλλά πως «απαθείς τη ουρανίω οπτασία μείνομεν». Δηλαδή πως θα ανοίξουμε τα μάτια μας προς το αληθινό φως της Πεντηκοστής: «Επεφάνης σήμερον τη οικουμένη και το φως σου Κύριε, εσημειώθη εφ’ημάς, εν επιγνώσει υμνούντας σε. Ήλθες εφάνης το φως το απρόσιτον»

Η ορθόδοξη εκκλησία μας με τον τρόπο αυτόν μένει πιστή στο δόγμα της ότι «Εκείνος επτώχευσεν, ίνα ημείς τη Εκείνου πτωχεία πλουτήσωμεν». Παράδοξο θα πει κανείς, αλλά εδώ ακριβώς βρίσκεται ολόκληρο το μυστήριο της αγιογραφίας, ως γλώσσα καινή η οποία αποκαλύπτει τη δόξα του Θεού.

Τελικά, η αγιογραφία δεν μπορεί να είναι μία απλή αισθητική ζωγραφική, είναι τέχνη βυζαντινή. Η πηγή των βυζαντινών εικόνων δεν ταυτίζεται με τη λατρεία των ειδώλων. Η Β’ Σύνοδος της Νίκαιας μας λέγει ότι «η Τέχνη μόνο ανήκει στον τεχνίτη και η αναφορά της ιερής ζωγραφικής ανήκει μόνο στους Πατέρες». Ο άγιος Συμεών Θεσσαλονίκης μάλιστα αναφέρει ότι «επικοδομηθέντες επι τω θεμέλιω των αποστόλων και των προφητών, όντος ακρογωνιαίου αυτού Ιησού Χριστού, οι κατοικητήριον Πνεύματος εσμέν. Εν ω και υμείς συνοικοδομείσθε…». Η εικόνα εκφράζει την ίδια την παράδοση είτε μέσα από ένα πρόσωπο είτε μέσα από ένα βιβλικό επεισόδιο ή τον βίο των αγίων.

Με άλλα λόγια όλα τα παραπάνω δεν είναι τίποτε άλλα παρά αυτό που τόσο όμορφα εκφράζει ο L. Ouspensky για την εντελέχεια της εικόνας: «η γη, ο φυσικός και ζωικός κόσμος παρουσιάζονται στην εικόνα όχι για να μας δείξουν αυτό που βλέπουμε με τα σαρκικά μάτια γύρω μας δηλαδή την πεπτωκυΐα φύση, αλλά για να μας δείξει τη συμμετοχή αυτού του κόσμου στη θέωση».

(Συνεχίζεται)

Δρ. Κωνσταντίνος Ζορμπάς

Πηγή: Ο Πανσέληνος, περιοδική έκδοση για την τέχνη την ιστορία και τον πολιτισμό,
Τεύχος 4-5, Σεπτέμβριος – Απρίλιος 1999 / Κατερίνη

 

Σύγχρονες προεκτάσεις της Εικόνας

Προηγούμενη δημοσίευση: http://ow.ly/SVHzj 

Στην εικόνα της Αγίας Τριάδας αποκαλύπτεται η τελειότητα των διαπροσωπικών σχέσεων μιας ολόκληρης κοινωνίας ή ακόμη και ολόκληρης της ανθρωπότητας.

p38-ag-triada-(38k-11bp-trip-67)

 

 

 

 

 

 

 

Μέσα στην εικόνα της φιλοξενείας του Αβραάμ τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν τοποθετούνται δίπλα-δίπλα για αισθητικούς κυρίως λόγους, αλλά για να αποκαλυφθεί το μέγα μυστήριο της κοινωνίας των προσώπων. Είναι πολύ χαρακτηριστικά τα τελευταία λόγια στην κινηματογραφική ταινία του μοναδικού ορθόδοξου σκηνοθέτη A. Tarkowski (1932-1986) για τον μεγάλο αγιογράφο Aldrei Roublev (1360-1427 ή 1430): «Η εικόνα της φιλοξενείας του Αβραάμ αποκαλύπτει την καταλλαγή ανάμεσα στο τέλος μας εποχής που δεν έχει λόγο να εκφρασθεί. Η εικόνα έρχεται ως ένα Πάσχα. Αποτελεί τον θάνατο της φαντασίας και μαζί τους πεθαίνουν οι προσωπικές μας φαντασιώσεις. Μετά ακολουθεί η Ανάσταση της αλήθειας της εικόνας, η προσωπική μας Ανάστασις, όπου ο άνθρωπος θα μπορέσει να δει με γυμνούς οφθαλμούς τη βασιλεία του Θεού. Εδώ γινόμαστε μάρτυρες του τέλους μιας συγκεκριμένης γλώσσας και της γέννησης μιας νέας γλώσσας στο χώρο της αγιογραφίας. Άραγε τί θα μπορούσαμε να πούμε για το σήμερα; Το είδωλο της σημερινής μας εποχής προσκρούει στο σκάνδαλο του προσώπου. Η εικόνα είναι η βεβαίωση του προσώπου, δηλαδή της ελευθερίας. Και είναι σημαντικό να θυμηθούμε την άρνηση των μονοθελητών να δεχτούν τη διαφορά ανάμεσα στο πρόσωπο και τη φύση. Η ανθρώπινη φύση είναι μία και κοινή σε όλους μας, τα πρόσωπα όμως είναι τελείως διαφορετικά μεταξύ τους. Οι εικονοκλάστες ρωτούσαν τους υπερασπιστές των εικόνων για ποια από τις δύο φύσεις του Χριστού εικονιζόταν. Την θεία ή την ανθρώπινη; Και δια στόματος του αγίου Στουδίτου απαντούμε: «Παντός εικονιζομένου, ουχ η φύσις, αλλ’ η υπόστασις εικονίζεται». Αυτό σημαίνει ότι στην εικόνα δεν παριστάνονται οι φύσεις των αγίων αλλά τα πρόσωπα σε μια δεδομένη στιγμή της ιστορίας χωρίς να χρησιμοποιούμε συγκεκριμένα μοντέλα όπως στη ζωγραφική. Αρκεί να ανατρέξει κανείς στο έργο του μεγάλου Πανσέληνου, του έλληνα μοναχού εικονογράφου Θεοφάνους και όλων των μετέπειτα αγιογράφων για να αντιληφθεί την παραπάνω διαφορά. Δεν είναι συμβολικός και αναφορικός ο χαρακτήρας της αγιογραφίας. Είναι η ομολογία και η πιστοποίηση των πραγμάτων. Η επίγνωση του Θεού οδηγεί στην αποκάλυψη του ανθρωπίνου προσώπου. «Οίδαμεν δε ότι εάν φανερωθή, όμοιοι αυτώ εσόμεθα, ότι οψόμεθα αυτόν καθώς έστι», λέγει ο ευαγγελιστής Ιωάννης.

sugxrones-proektaseis-eikonas-2

 

 

 

 

 

 

 

Ο άνθρωπος γίνεται ο ίδιος «τόπος Θεού» και τόπος Θεού σημαίνει μεταξύ άλλων και τόπος ανθρώπων. Ας δούμε τρία βασικά σημεία ως προεκτάσεις της θεολογίας της εικόνας στη σύγχρονη εποχή μας:

1. Το πρώτο βασικό συμπέρασμα είναι η διαφορά ανάμεσα στις έννοιες «μίμησις» και «εξάρτησις». Η εποχή μας έχει γεμίσει από παντός είδους είδωλα και οι νέοι μας έχουν πλέον εγκλωβισθεί στον μιμιτισμό των τηλεοπτικών εικόνων – ειδώλων.

2. Εάν η μίμηση σημαίνει υποταγή σε ένα είδωλο ή σε ένα συγκεκριμένο τρόπο ζωής, η εικόνα σημαίνει διάλογος προσώπων. Εάν συγκεντρώσουμε την προσοχή μας σε δύο βασικά σημεία, το ήθος και το διάλογο, τα συμπεράσματα είναι πολλαπλά. Ας μεταφερθούμε νοερά σε μία αίθουσα δικαστηρίων, αν και δεν χρειάζεται αφού καθημερινά η τηλεόραση εργάζεται για μας… Από τη μια πλευρά στον τοίχο η εικόνα του Χριστού και από την άλλη ο κάθε κατηγορούμενος, ενώ παρεμβαίνουν το Ευαγγέλιο –ο άγραφος ηθικός νόμος- και ο δικαστής –ο ανθρώπινος νόμος. Και κάπου μπορεί να υπάρχει μια υποθετική συζήτηση. Γιατί δεν μιμήθηκες το πρότυπο; Και από εδώ ξεκινά το λάθος. Το λάθος της μίμησης από τη μια που οδηγεί σε συμβιβασμούς για την επιτέλεση του ηθικού χρέους και η έλλειψη του διαλόγου από την άλλη, σε μια κοινωνία που δεν θέλει να ακούσει και δεν μπορεί να δει τον πόνο της καθημερινής ζωής. Αρνούμαστε την εικόνα για χάρη του λόγου. Η εικόνα όμως αυτή, θα μπορούσε να ήταν και άλλες πάρα πολλές, δεν μπορεί να σταθεί δίπλα στην εικόνα της Εκκλησίας μας. Στην Εκκλησία έχουμε τα «ήδη τελειοθέντα», τη μαρτυρία μιας κοινωνίας «ζώντων και τεθνεώντων», που ζει ο πιστός μέσα στο λειτουργικό βίωμα. Γράφει ο μεγάλος άγιος της Ορθοδοξίας Ιωάννης Δαμασκηνός: «Όταν οι σκέψεις μου με τυραννούν και με εμποδίζουν να απολαύσω τη μελέτη, πηγαίνω στον ναό… η όρασή μου αιχμαλωτίζεται και οδηγεί την ψυχή μου στον Θεό. μελετώ την ανδρεία του μάρτυρος… και η φλόγα του με ανάβει». Το παραπάνω χωρίο αποτελεί μια απάντηση σε κάθε είδους προσπάθεια που αποσκοπεί στην ανάγκη της προσευχής μπροστά στις εικόνες ή meditation- ή σε κάποια αόρατη σκέψη.

r3x-zwodotis-20,5x27,5-360,00

 

 

 

 

 

 

 

Στις αναπτυσσόμενες κοινωνίες αντικρύζουμε πλέον καθαρά τα θλιβερά αποτελέσματα της καταστροφής κονοτήτων με τη μεταφορά της νέας τεχνολογίας σε χώρες του τρίτου κόσμου. Η έννοια της «ανάπτυξης» θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί, ως ένας «κοινωνικός δαρβινισμός», δηλαδή τα κατώτερα κοινωνικά στρώματα χάνονται στο όνομα κάποιων καλύτερων. Ο δυναμισμός αυτός της ανάπτυξης με μια μονόπλευρη λογική έχει άμεσο αντίκτυπο στην περιοχή που εμφανίζεται. Μεταβάλλει τη σκέψη και τον τρόπο συμπεριφοράς τόσο του φυσικού όσο και του πολιτισμικού χώρου και δημιουργεί ένα νέο πολιτικοκοινωνικό πρότυπο κατά βάση παντεχνοκρατικό και υλιστικό.

http://www.artionrate.com/index.php/blog/arthrografia/buzantinh-texnh/1426-sugxrones-proektaseis-ths-eikonas

Μάθημα Αγιογραφίας: Ιμάτιο Ιησού Χριστού Παντοκράτορος

Ο προπλασμός για το ιμάτιο του Παντοκράτορος Χριστού γίνεται με πράσινο, λίγο μαύρο και λίγη ώχρα. Αν θέλουμε, με διάκριση βάζουμε και λίγο λευκό. Το πρώτο γράψιμο γίνεται με πράσινο, ώμπρα ωμή και μαύρο.

blog-ksenopoulou-mathima-agiografias-1

Για το πρώτο φώτισμα προσθέτουμε στον προπλασμό λίγο πράσινο και λευκό.

blog-ksenopoulou-mathima-agiografias-2

Για το δεύτερο γράψιμο προσθέτουμε λίγο μαύρο στο πρώτο γράψιμο. Το δεύτερο φώτισμα γίνεται αν προσθέσουμε στο πρώτο φώτισμα περισσότερο λευκό και λίγο κοβάλτιο.

blog-ksenopoulou-mathima-agiografias-3

Για το τρίτο φώτισμα χρειάζεται πάλι περισσότερο λευκό μέσα στο δεύτερο φώτισμα.

blog-ksenopoulou-mathima-agiografias-4

Το τέταρτο φώτισμα το βάζουμε διακριτικά σε λίγα σημεία του ιματίου και γίνεται προσθέτοντας περισσότερο λευκό μέσα στο τρίτο φώτισμα.

blog-ksenopoulou-mathima-agiografias-5

 

 

 

 

 

Το τρίτο γράψιμο γίνεται με την προσθήκη περισσότερου μαύρου μέσα στο δεύτερο γράψιμο.

Κωνσταντίνος Ξενόπουλος

Πηγή: Ο Πανσέληνος, περιοδική έκδοση για την τέχνη την ιστορία και τον πολιτισμό 

Τεύχος 4-5, Σεπτέμβριος – Απρίλιος 1999 / Κατερίνη

Ο Ξενόπουλος έγραψε…

christ uno

«Στην Βυζαντινή αγιογραφία και κυρίως στην φορητή εικόνα, ο κρόκος του αυγού είναι το καλύτερο διαλυτικό υλικό για τα χρώματα. Ο κρόκος αναμειγνύεται με ξύδι 1 προς 1 ή και λίγο ξύδι περισσότερο, χωρίς καθόλου νερό.»

 

 

xristos2

« Όσο απλό και αν φαίνεται το πέρασμα του προπλασμού, άλλο τόσο θέλει προσοχή. Πρέπει το πινέλο να πηγαίνει σε μια κατεύθυνση και όχι μπρος πίσω. Ο προπλασμός είναι το θεμέλιο για να γίνει όλη η υπόλοιπη εργασία. Δεν πρέπει το χρώμα να είναι παχύ, αλλά ούτε και πάρα πολύ νερουλό.»

 

 

xristos3

«Το να γνωρίζει κάποιος να μεταχειρίζεται με αρμονία τα χρώματα σημαίνει ότι έχει μεγάλη πείρα, και αυτό τον έχει καταστήσει ικανό τεχνίτη.»

 

 

 

 

xristos4

«Κάθε ομορφιά είναι έργο και εκδήλωση του Θεού, και όταν μαθαίνεις περισσότερα πράγματα γύρω από την ιερή αυτή τέχνη, καταλαβαίνεις ότι όλα τραγουδούν την ελεύθερη χαρά των αισθήσεων.»

 

 

 

xristos5

«Αν λάβουμε υπ’ όψη μας τί μπορεί να κάνει κάποιος μόνο με ένα χρώμα, καταλαβαίνουμε ότι η δύναμη της τέχνης είναι απεριόριστη.»

 

 

 

xristos6«Η ζωγραφική του Θεοφάνη, που είναι και ο κυριότερος εκπρόσωπος της Κρητικής σχολής, έχει πειθαρχημένους κανόνες, σε αντίθεση με τον νατουραλισμό του Πρωτάτου.»

 

 

 

xristos7«Το ψιμύθι είναι το πιο σημαντικό λευκό χρώμα. Στην αρχαιότητα, αν και είναι ένα επικίνδυνο δηλητήριο, χρησίμευε σαν γυναικείο καλλυντικό. Οι Βυζαντινοί αγιογράφοι το χρησιμοποιούσαν στα έργα τους, εκτός από τις τοιχογραφίες. Σήμερα αντικαταστάθηκε με τον τσίγκο (οξείδιο του ψευδαργύρου) και το τιτάνιο, με ανάμειξη των δύο σε ποσοστό 60% και 40% αντίστοιχα. Κάνουμε την ανάμειξη, γιατί ο τσίγκος όταν χρησιμοποιείται μόνος του σκάζει, και το τιτάνιο δεν ασπρίζει καλά, ενώ και τα δύο μαζί μας δίνουν το επιθυμητό αποτέλεσμα.»

xristos8

«Η τεχνική του Πρωτάτου είναι μια ποιητική επεξεργασία που εκδηλώνεται μ’ αυτόν τον τρόπο. Μια ξαφνική ζωηρότητα έμπνευσης, που πέρασε από το Άγιον Όρος σαν αστραπή μεγαλοφυΐας.»

 

 

 

xristos9«Το Πρωτάτο είναι μια συγκομιδή ζωντανών προσώπων. Γιατί ο Πανσέληνος είναι πάντα καινούργιος, πάντα γόνιμος, και ερμηνεύει μες τις μορφές τον δυνατό και πιο βαθύ παλμό της ψυχής.»

 

 

 

xristos10«Η Βυζαντινή Τέχνη είναι εκπληκτική σε θεματολογία, δελεαστική σε ποικιλία χρωμάτων, αλλά και τόσο αξιόλογη για τη μακροχρόνια διάρκειά της.»

 

 

 

 

Οι παραπάνω εικόνες προέρχονται από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Ξενόπουλου με τίτλο «Κόπος και Σπουδή» – κλασσικά μαθήματα τεχνικής της αγιογραφίας. Πρόκειται για σπουδή στον πρόσωπο του Ιησού Χριστού σύμφωνα με τους κανόνες της Κρητικής Σχολής και στην συνέχεια, της Μακεδονικής Σχολής.

Εκείνο που πρέπει να προσέξουμε στις τέσσερις πρώτες εικόνες οι οποίες παρουσιάζουν την εξέλιξη της αγιογράφισης σύμφωνα με την Κρητική Σχολή της αγιογραφίας, είναι ότι το φως και η σκιά έχουν ευδιάκριτα σύνορα και ότι τα φωτίσματα δημιουργούν ξεκάθαρες νησίδες. Στις αμέσως επόμενες εικόνες παρατηρούμε ότι το φώτισμα του προσώπου γίνεται με λευκό, ώχρα και λίγη κιννάβαρη. Είναι το ίδιο χρώμα με του Θεοφάνη του Κρητός. Η διαφορά είναι ότι στη Μακεδονική καλύπτεται το μεγαλύτερο μέρος του προσώπου με νερουλό στρώμα φωτίσματος και στις άκρες με γλυκασμό σε αντίθεση με την κρητική, όπου τα φωτίσματα δημιουργούν στο πρόσωπο αυτόνομες νησίδες.

http://www.artionrate.com/index.php/artion-magazine/artion-kalesma/1087-ksenopoulos-egrapse

Συνέντευξη με τον κ.Κωνσταντίνο Ξενόπουλο

Απο το blog Αόρατη γωνιά:

40Ερ: Πώς μπορεί να γίνει η Τέχνη διπρόσωπος Ιανός για την ψυχή του ανθρώπου;
Απ: Ο Ιανός απεικονιζόταν συχνά με δύο πρόσωπα, γενειοφόρος ή ξυρισμένος και ορισμένοι ερευνητές το απέδωσαν σε ζεύγη αντιθέτων, «γήρας-νιότη». Θα έλεγα, λοιπόν, πως μέσα από την Τέχνη της εικόνας -μιας και είναι το αντικείμενό μου- τα δύο πρόσωπα είναι η αλήθεια και η ομορφιά. Μόνο που εδώ δεν είναι ζεύγη αντιθέτων, αλλά δίδυμες αδερφές. ‘Οταν η αλήθεια και η ομορφιά υπάρχουν μέσα στην Τέχνη της εικόνας, τότε αγγίζουν τη ψυχή του ανθρώπου.

IMG_2464

Ερ: Υπάρχει καλή και κακή Τέχνη;
Απ: Ο Σαλβαντόρ Νταλί έλεγε: «Η ζωγραφική είναι η ειλικρινέστερη των τεχνών». Δεν υπάρχει τρόπος να παραπλανήσει. Είναι είτε καλή είτε κακή. Από την προσωπική μου πείρα, λόγω των πολλών χρόνων που διδάσκω, έχω διαπιστώσει ότι υπήρξαν μαθητές μου οι οποίοι δε μπορούσαν να ζωγραφίσουν. Κι όμως, αντί να σταματήσουν να σπαταλούν το χρόνο τους συνέχιζαν να ζωγραφίζουν κάνοντας ό,τι θέλουν και λέγοντας ότι αυτό τους «εκφράζει». Και αυτό το ονόμαζαν τέχνη.
Αυτός που πραγματικά θέλει να μάθει να ζωγραφίζει θα πρέπει να «ανταγωνίζεται» τη φύση και να «παλεύει» μαζί της. Πρώτα πρέπει να μάθει να ζωγραφίζει με ρεαλισμό. Και όταν μάθει καλά να ζωγραφίζει αυτό που βλέπει, τότε ως αληθινός καλλιτέχνης θα μπορεί να ζωγραφίζει αυτό που πρόκειται να δει.
Η Τέχνη δεν προσβάλλει ή καλύτερα δεν πρέπει να προσβάλλει. Είτε στη ζωγραφική είτε στο θέατρο, τη σάτιρα, κλπ δεν μπορούμε να ισοπεδώνουμε τα πάντα «χάρη της Τέχνης».

IMG_7349

Ερ: Μπορεί ο άνθρωπος να ψηλαφίσει το Θεό μέσω της τέχνης;
Απ: Η Τέχνη της εικόνας έχει δυο πλευρές: το «ορατόν» και το «νοούμενον». Το «ορατόν» είναι αυτό που βλέπουμε με τα μάτια του σώματος και μας βοηθά να φτάσουμε στο «νοούμενον», δηλαδή σ’αυτό που υπάρχει μέσα στην εικόνα, με τα μάτια της ψυχής μας. Η εικόνα δηλαδή μας βοηθά να επικοινωνούμε με το Θεό ανά πάσα στιγμή. Αυτή η επικοινωνία είναι η «ψηλάφιση».

Ερ: Ασκητικότητα-ταπείνωση και Τέχνη. Υπάρχει σημείο συνάντησης;
Απ: Η «πνευματικότητα» είναι το σημείο συνάντησης. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Τέχνη της εικόνας δεν είναι μια κοσμική Τέχνη. Ο εικονογράφος εκφράζει με το χρωστήρα του τους ασκητικούς αγώνες, την ταπείνωση και τις αρετές των αγίων. Γι’αυτό το λόγο θα πρέπει η εικόνα να φιλοτεχνείται μέσα σε ατμόσφαιρα προσευχής και εγκράτειας, ώστε να μην έχει καλλιτεχνική μόνο αξία, αλλά και πνευματική.

εικ 168

Ερ: Ποια ήταν τα πρώτα σας ερεθίσματα;
Απ: Από μικρό παιδί ζωγράφιζα. Αλλά και όλη η οικογένειά μου είχε καλλιτεχνική φλέβα. Πχ, ο πατέρας μου ασχολούνταν με τη ζωγραφική, έπαιζε ακορντεόν, φλογέρα. Και τα αδέρφια μου το ίδιο: ο μεγάλος μου αδερφός ζωγράφιζε και τ’άλλα παίζουν μουσικά όργανα. Και ίσως αυτό ήταν και το πρώτο ερέθισμα (με τον αδερφό μου), γιατί θυμάμαι -κατά κάποιο τρόπο- ξεκίνησα από ζήλια.Όταν ήμουν μικρό παιδί (πρώτη Δημοτικού ή δευτέρα) τον έβλεπα να του λένε όλοι «μπράβο, τι ωραίο είν’αυτό που ζωγραφίζεις» και ξεκίνησα κι εγώ για να μου λένε κι εμένα μπράβο. Και αυτό με βοήθησε μετά στο Δημοτικό που συνέχισα τη ζωγραφική. Λέγανε μάλιστα στο χωριό μου στις Σέρρες ότι «ο καλύτερος ζωγράφος στο Δημοτικό είναι ο Κώστας και στο Γυμνάσιο είναι ο Χρήστος» (ο άλλος μου αδερφός). Όταν πήγα στο άγιον Όρος ως μαθητής, ποθούσα να γίνω ιερεύς. Δεν είχα σκοπό να γίνω αγιογράφος. Αποφάσισα παρ’όλα αυτά να παρακολουθήσω τα μαθήματα αγιογραφίας. Και μου άρεσε και συνέχισα.

IMG_7062
Ερ: Η αγιογραφία/ζωγραφική ήταν το όνειρό σας ή προέκυψε μέσα στο χρόνο;
Απ: Δε νομίζω ότι ήταν το όνειρό μου. Όπως είπα και πριν, στο μυαλό μου ήταν η ιεροσύνη. Στην πορεία όμως (στο άγιον Όρος όταν φοιτούσα στην Αθωνιάδα) άρχισα να σκέφτομαι τον μοναχισμό. Παράλληλα μάθαινα και αγιογραφία και βυζαντινή μουσική. Περισσότερο βάρος, όμως, έδωσα στη βυζαντινή αγιογραφία κι έτσι ασχολήθηκα πάρα πολύ μ’αυτήν. Είδα ότι μ’άρεσε πάρα πολύ, είδα ότι οι συμμαθητές μου χρειάζονταν τη βοήθειά μου και αυτό ήταν ένα καλό ερέθισμα για να προχωρήσω κι εγώ ο ίδιος. Διότι, όταν σου δίδεται η δυνατότητα να παρέχεις τη βοήθειά σου, αυτό σε βοηθάει να γίνεις κι εσύ λίγο καλύτερος. Όχι από εγωισμό. Βλέπεις, όμως, τα πράγματα κάπως αλλιώς… Πιστεύω, λοιπόν, πως δεν ήταν στα όνειρά μου. Απλά τώρα ζω το όνειρο της τέχνης και της αγιογραφίας.

IMG_7278

Ερ: Πείτε μας πόση επιμονή και πόσος κόπος χρειάζεται για να φτάσει κανείς σ’ένα τόσο υψηλό επίπεδο γενικά στην τέχνη.

Απ: Αν κάποιος καλλιτέχνης ή ένας μαθητευόμενος σκέφτεται να φτάσει κάπου ψηλά, δε νομίζω ότι θα μάθει τέχνη πλέον. Διότι, αν στοχεύεις να πας ψηλά, είναι φύσει αδύνατον να μάθεις. Το θέμα είναι ότι θέλει κόπο. Αυτή είναι η αλήθεια. Μαζί με τον κόπο θέλει και υπομονή και επιμονή. Βλέπω τώρα απ’τα μαθήματα που κάνω στους μαθητές μου ότι βιάζονται μέσα σε λίγο διάστημα να κάνουν εικόνα. Είτε γιατί θέλουν να τελειώνουν γρήγορα είτε γιατί θέλουν να βγάλουν χρήματα. Νομίζουν ότι με το μάθεις να κάνεις μια εικόνα, γίνεσαι αγιογράφος. Δεν είναι όμως έτσι. Θυμάμαι και περιπτώσεις συμμαθητών μου. Που κοίταζαν τότε να τελειώνουν μια εικόνα για να βγάλουν χρήματα, ένα χαρτζιλίκι δηλαδή. Αυτό, όμως, ήταν ένα εμπόδιο για να μάθουν τέχνη. Η τέχνη θέλει το χρόνο της. Κατ’αρχήν, ποτέ δεν την μαθαίνεις. Είναι ό,τι το πέλαγος βαθύ. Δε μπορείς να το εξερευνήσεις. Διότι υπάρχουν πάρα πολλοί αγιογράφοι παλιοί, θέλει να τους μελετήσεις. Όλα αυτά, όμως, απαιτούν πάρα πολύ χρόνο. Έτσι όπως έχει γίνει η ζωή μας όμως, είναι πολύ δύσκολο να βρεις χρόνο. Εκτός αυτού, θα πρέπει να’χεις άνεση και οικονομική, μα πιο πολύ άνεση αγάπης για το αντικείμενο αυτό. Γιατί αν δεν την αγαπήσεις την τέχνη, δε θα σε αγαπήσει. Λέω στους μαθητές μου: «Όπως λαχταρά ένα ερωτευμένο ζευγάρι την ώρα και τη στιγμή που θα συναντηθούν, έτσι και ο καλλιτέχνης είτε είναι μαθητευόμενος είτε έχει φτάσει σε κάποιο επίπεδο υψηλό πρέπει να νιώσεις αυτή την έλξη, αυτή την λαχτάρα να βρεθεί μαζί με το πινέλο, μαζί με το χρωστήρα, μαζί με την τέχνη. Αν δε νιώσεις αυτή τη λαχτάρα, δε μπορείς να φτάσεις κάπου, όπως είπα και στην αρχή.

3

Ερ: Τα έργα σας εξελίσσονται μέσα στο χρόνο; Η εμπειρία και τα βιώματά σας αποτυπώνονται μέσα στα έργα σας;

Απ: Το αν εξελίσσονται τα έργα μου ή όχι δεν είναι κάτι που αντικειμενικά μπορώ να το απαντήσω εγώ. Αυτό σίγουρα μπορούν να το δουν όσοι ασχολούνται με την τέχνη. Όμως, εκείνο που μπορώ να πω είναι ότι ο καλλιτέχνης οφείλει να αποκτήσει δική του ταυτότητα. Και πώς μπορεί να την αποκτήσει; Στην αρχή μαθαίνεις απ’το δάσκαλο τις τεχνικές. Να πω ένα παράδειγμα: του Πανσέληνου ή του Αστραπά ή του Καλλέργη ή του Θεοφάνη. Μαθαίνεις ποια είναι η τέχνη. Και, αφού μάθεις, έχεις τη δυνατότητα να προχωρήσεις. Τότε αποκτάς δική σου ταυτότητα. Όχι φεύγοντας μέσα απ’τα θεολογικά και δογματικά πλαίσια. Μένοντας μέσα εκεί κάνεις ένα δικό σου έργο που να φαίνεται ότι αυτό είναι δικό σου. Όπως λέμε σήμερα «αυτό είναι Πανσέληνος, αυτό είναι Θεοφάνης». Είχαν τη δική τους ταυτότητα. Βέβαια, αυτοί οι άνθρωποι δεν είχαν τις θεολογικές γνώσεις που έχουμε εμείς σήμερα, αλλά σίγουρα είχαν Θεού φώτιση. Εμείς σήμερα δεν ξέρω αν έχουμε Θεού φώτιση, αλλά έχουμε περισσότεροι γνώση. Όχι όλοι, αλλά κάποιοι σίγουρα έχουμε. Τώρα το αν εξελίσσεται το έργο ή όχι, αυτό έχει να κάνει με το αν ο τεχνίτης είναι καλλιτέχνης ή δεξιοτέχνης. Ο δεξιοτέχνης είναι ο άνθρωπος που μπορεί να καταπιαστεί με τα πάντα και μπορεί να τα κάνει. Να κάνει ξυλογλυπτική, γλυπτική, να κάνει ζωγραφική, αγιογραφία. Αλλά έχει τη δυνατότητα αυτή. Πιάνει το χέρι του που λέμε. Ο δεξιοτέχνης φτάνει σ’ένα πολύ καλό σημείο: είναι ή πολύ καλός ή μέτριος. Μένει εκεί. Ο καλλιτέχνης, απ’την άλλη πλευρά, μαθαίνει σε πολύ σύντομο διάστημα και μπορεί να κάνει το καλύτερο έργο και το χειρότερο έργο. Δηλαδή μπορεί να κάνει εμπνευσμένα έργα, αλλά και τα χειρότερα έργα. Ο δεξιοτέχνης έχει ένα standard. Ή θα είναι πολύ καλός ή θα είναι μέτριος. Δεν έχει σκαμπανεβάσματα. Βγάζει, δηλαδή πάντα την ίδια ποιότητα δουλειάς. Επανερχόμενος στο αν εξελίσσομαι ή όχι. Είπα και προηγουμένως ότι δεν ξέρω. Εκείνο που μπορώ με βεβαιότητα να πω είναι ότι διψώ να μάθω περισσότερα. Όταν διψάς για να μάθεις περισσότερα, καταλαβαίνεις ποια πηγή έχει το καλύτερο νερό και ποια όχι.

ΠΗΓΉ: http://aoratigonia.blogspot.gr/2013/03/blog-post_11.html 

ΜΑΝΟΥΗΛ ΠΑΝΣΕΛΗΝΟΣ

Βρείτε εδώ το γ’ μέρος

Οι αρχαιοελληνικές καταβολές

Είναι γενικά παραδεκτό, πως η Βυζαντινή Τέχνη –καθώς διαμορφώθηκε μέσα στο ελληνικό περιβάλλον της Κωνσταντινούπολης- φέρει έντονη τη σφραγίδα της αρχαιοελληνικής καταγωγής της, σε ολόκληρη την ιστορική της διαδρομή24.

Στην κρίσιμη για την επιβίωση της Αυτοκρατορίας εποχή των Παλαιολόγων, η στροφή προς το αρχαιοελληνικό όραμα είναι ιδιαίτερα εμφανής. Ο Μανουήλ Πανσέληνος, ως κύριος εκπρόσωπος της κλασικότροπης «Μακεδονικής Σχολής», αναδεικνύεται ένας από τους κυριότερους εκφραστές του.

img-150713132522-0006

Ο άγιος Νικόλαος (έργον Πανσελήνου, Μονή Μεγίστης Λαύρας)

Οι ελληνιστικές επιρροές δεν εξαντλούνται μόνο σε κάποια εξωτερικά –εικονογραφικά ή τεχνοτροπικά- γνωρίσματα της τέχνης του: τις κοπέλες με τους αρχαίους χιτώνες και τους ανεμίζοντες πέπλους, τις προσωποποιήσεις των φυσικών στοιχείων, τα πολυσύνθετα οικοδομήματα, το καταπληκτικά φωτεινό «Πολυγνώτειο» χρώμα, τη γεμάτη ελληνιστική χάρη ατμόσφαιρα25… Έχουν κυρίως να κάνουν με τη βαθύτερη ουσία της τέχνης αυτής.

Στο Πρωτάτο, «το γαλήνιο μεγαλείο της διατάξεως του συνόλου ταιριάζει απόλυτα μέσα στον πελώριο αλλά ήρεμο αρχιτεκτονικό χώρο»26, η ζωγραφική συμβαδίζει με την αρχιτεκτονική, χαρίζοντας μια αίσθηση «θείας ευρυχωρίας», ίδιας με αυτή που μας αποκαλύπτεται στην Αγία Σοφία: την αίσθηση δηλαδή του μεγάλου, που ωστόσο δε σε συνθλίβει, δε σε κάνει να διαλυθείς. «Είναι κάτι που οφείλεται στην αντίληψη που βάζει τον άνθρωπο στο κέντρο του κόσμου», παρατηρεί με οξυδέρκεια ο Γιάννης Τσαρούχης27.

Αυτός ο ανθρωποκεντρικός προσανατολισμός –κύριο γνώρισμα της αρχαίας ελληνικής Τέχνης28 -αποκτά νέα διάσταση πνευματικού βάθους στη χριστιανική κοσμοθεωρία και έκφραση. Ο ζωγράφος του Πρωτάτου δείχνει ξεκάθαρα στο έργο του την αγάπη του για τη ζωή και τον άνθρωπο, παρουσιάζοντάς τον ηθικά ανώτερο –ανεξάρτητα από το εξωτερικό περιβάλλον και τις συνθήκες κάτω από τις οποίες ζει και πορεύεται. Ο σεβασμός προς την ανθρώπινη μορφή29 φτάνει με τον πανσέληνο στο αποκορύφωμά του: τα πρόσωπα των αγίων του αποπνέουν βαθιά πνευματικότητα και ήρεμο μεγαλείο. Σε κάποιες παραστάσεις, για να διασκεδάσει κάπως τη σοβαρή ατμόσφαιρα30, προσθέτει χαριτωμένες λεπτομέρειες από την καθημερινή ζωή –στην επική λ.χ. σκηνή της Βάπτισης τρία μικρά παιδιά, πιασμένα από το χέρι, χορεύουν αμέριμνα πάνω σε ένα γεφύρι…

Αυτή η αγάπη για τη ζωή είναι κυρίως που κατευθύνει τη σμίλη και το χρωστήρα των μεγάλων εικαστικών καλλιτεχνών, όλων των εποχών: του προϊστορικού ειδωλοπλάστη, ενός Φειδία, του Μιχαήλ Αγγέλου. Στις μορφές του Πανσέληνου, κάτω από τα πλούσια ιμάτια, το σώμα σφύζει από τον παλμό της ζωής· το εύρωστο στήθος ανασαίνει πλατιά· τα στιβαρά πόδια πατούν με σιγουριά, «καταφάσκουν» το χώμα –αυτήν εδώ τη ζωή- χωρίς όμως να αγνοούν το πού πορεύονται31.

Είναι ψυχολογικά παρατηρημένο πως η συγκρατημένη έκφραση των συναισθημάτων προσδίνει σε αυτά εσωτερικές προεκτάσεις μοναδικές32. Ο αρχαίος ελληνικός πολιτισμός και η καλλιτεχνική του έκφραση πρόσφεραν στην παγκόσμια Ιστορία του πνεύματος μια κατάκτηση εντελώς μοναδική: αυτή τη θαυμάσια συνύπαρξη του πάθους για τη ζωή (το «ζωτικόν φαίνεσθαι», στο χώρο της Τέχνης) παράλληλα με την πειθαρχία σε ένα κανόνα («μέτρον άριστον»)33. Μια αδιόρατη θλίψη –κάτι σαν «αριστοκρατική μελαγχολία»34– που δεν έρχεται σ αντίθεση με τη «μακαριότητα του ευρόντος»35, σφραγίζει ακόμα και τα πιο νεανικά, ολοφώτεινα πρόσωπα του Πρωτάτου. Κι ο συνειρμός παραπέμπει στα αρχαία αττικά ανάγλυφα –η συγκίνηση είναι κι εδώ το ίδιο υψηλή. Πραγματικά ώριμος καλλιτέχνης ο Πανσέληνος, έχει ασφαλώς συνειδητοποιήσει πως η υπερβολική έξαρση του δραματικού στοιχείου36– με την αδικαιολόγητη συναισθηματική της εξωστρέφεια- αποτελεί μονομέρεια, που αναιρεί την ολοκληρωμένη θεώρηση ενός ουσιαστικού ρεαλισμού.

img-150713132522-0007

Ο ευαγγελιστής Ματθαίος (κρητιδογραφία, αντίγραφο του Αθ. Τσουκνίδα 1985)

Πολλές μορφές στο Πρωτάτο –καθώς αποδίδονται σε κατάσταση πλήρους εσωτερικής συγκρότησης, πριν από κάποια κορυφαία στιγμή δράσης –εγγράφονται μέσα σε ένα ένσταυρο μαίανδρο37. Με το ίδιο αυτό γεωμετρικό σχήμα –άλλοτε να εκδιπλώνεται σε ποικίλες παραλλαγές, πάνω στα γεωμετρικά αγγεία και άλλοτε να ενσαρκώνεται σε τρισδιάστατο γλυπτό, όπως στο Δισκοβόλο του Μύρωνος- αποδίδει μόνιμα η αρχαία ελληνική Τέχνη τις δύο βασικές ιδεολογικές κατευθύνσεις της38

(συνεχίζεται)

 ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ

[24] Προκαλεί πραγματική απορία και αποτελεί επιστημονικό αναχρονισμό η άποψη που αποδίδει τη ριζοσπαστική «αντίστροφη προοπτική» σε αδεξιότητα (!) των βυζαντινών καλλιτεχνών…(ΠΑΠΑΜΑΣΤΟΡΑΚΗΣ, Η Βυζαντινή Ζωγραφική, Αρχαιολογία 56 (1995), 16). Δυσκολεύομαι να παραδεχθώ πως οι μάστορες της «Μακεδονικής Σχολής», που με τόση δεξιοτεχνία γνώριζαν να αποδίδουν τους σωματικούς όγκους, θα αδυνατούσαν να καταγράψουν «σωστά» ένα απλό αρχιτεκτόνημα- όταν σήμερα οι αρχάριοι τα καταφέρνουν ευκολότατα, στα πρώτα κιόλας μαθήματα σχεδίου… (Ας μου συγχωρεθεί το σχόλιο σε μια άποψη, μιας κατά τα άλλα θαυμάσιας στην περιεκτικότητά της μελέτης).

[25] ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ ΜΑΝ., Ο ευρωπαϊκός χαρακτήρας της Βυζαντινής Τέχνης, 27-28

[26] ΞΥΓΓΟΠΟΥΛΟΣ, Ν. Εστία (1963), 212 και Ν. Εστία (1981), 99. ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, 17

[27] 27 ΧΑΤΖΗΔΑΚΗΣ, ΙΕΕ, Θ’, 435

[28] ΤΣΑΡΟΥΧΗΣ, 17

[29] ΚΑΡΟΥΖΟΣ ΧΡΗΣΤΟΣ, Αρχαία Τέχνη, Αθήνα 1981 (επανέκδ., Ερμής). ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ ΜΑΝ., ΙΕΕ, Β’, 183 και Γ2’. ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΔΗΜ., Νεολιθικός Πολιτισμός, Αθήνα 1981, 64-65 και σημ. 52, ΤΣΟΥΚΝΙΔΑΣ ΑΘΑΝ., Θεσσαλία (Πρακτικά Διεθνούς Συνεδρίου LYON), Αθήνα 1994, Α’, 119-120

[30] GRABAR ANDRE, Το μήνυμα της Βυζαντινής Τέχνης

[31] ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 496

[32] ΔΩΡΟΘΕΟΣ, 497

[33] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ό.π., ΚΟΝΤΟΓΛΟΥ, Ν. ΕΣΤΙΑ ( ), JAGOT PAUL, Δημιουργική προσπάθεια, 137

[34] ΚΑΡΟΥΖΟΣ, ό.π.

[35] Γνώρισμα που αποδίδει ο Τσαρούχης στον Αλ. Κοντόπουλο (Φθιωτικός Λόγος 10, 24)

[36] ΔΩΡΟΘΕΟΣ

[37] Βλ. σημ. 18

[38] Βλ. ενδεικτικά το Χριστό στην Ανάσταση, τον Άγγελο στη Βάπτιση, τον Συμεών στην Υπαπαντή και τον ευαγγελιστή Ματθαίο